νεόδμητος


νεόδμητος
νεό-δμητος, (1) (δέμω) frisch, neu gebaut. (2) (δαμάω) eben überwältigt, getötet; νεόκμητος, – eben, neu vermählt

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • νεόδμητος — (I) η, ο (Α νεόδμητος και δωρ. τ. νεόδματος, ον) αυτός που οικοδομήθηκε πρόσφατα, νεόκτιστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο) * + δμητος (< θ. δμη / δμᾱ τού δέμω «χτίζω, οικοδομώ»), πρβλ. θεό δμητος, χρυσεό δμητος]. (II) νεόδμητος, ον (Α) 1. (για άλογα)… …   Dictionary of Greek

  • νεοδμῆτος — νεοδμής newly tamed masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεόδμητον — νεόδμητος 1 newly tamed masc/fem acc sg νεόδμητος 1 newly tamed neut nom/voc/acc sg νεόδμητος 2 new built masc/fem acc sg νεόδμητος 2 new built neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοδμήτοιο — νεόδμητος 1 newly tamed masc/fem/neut gen sg (epic) νεόδμητος 2 new built masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοδμήτοις — νεόδμητος 1 newly tamed masc/fem/neut dat pl νεόδμητος 2 new built masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοδμήτου — νεόδμητος 1 newly tamed masc/fem/neut gen sg νεόδμητος 2 new built masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοδμήτων — νεόδμητος 1 newly tamed masc/fem/neut gen pl νεόδμητος 2 new built masc/fem/neut gen pl νεοδμής newly tamed masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεοδμήτῳ — νεόδμητος 1 newly tamed masc/fem/neut dat sg νεόδμητος 2 new built masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεόδμητα — νεόδμητος 1 newly tamed neut nom/voc/acc pl νεόδμητος 2 new built neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεόδμητοι — νεόδμητος 1 newly tamed masc/fem nom/voc pl νεόδμητος 2 new built masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νε(ο)- — και νιο [ΑΜ νε(ο) ] α συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στο επίθ. νέος και στον νεοελλ. τ. νιος. Δηλώνει τις σημασίες: α) τού πρόσφατου, αυτού που έχει συντελεστεί προ ολίγου (πρβλ. νεο σφαγής, νιό βγαλτος,… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.